You are hereArticles / Η προσβολή της προσωπικότητας του Πολίτη και η προστασία των επιμέρους περιβαλλοντικών αγαθών
Η προσβολή της προσωπικότητας του Πολίτη και η προστασία των επιμέρους περιβαλλοντικών αγαθών
Το αδίκημα της προσβολής προσωπικότητας, λόγω παράνομης προσβολής & στέρησης της χρήσης και απόλαυσης κοινοχρήστων και κοινών τοις πάσι περιβαλλοντικών αγαθών, συνιστά κάθε πράξη αυθαιρεσίας κατά του περιβάλλοντος και των περιβαλλοντικών αγαθών του τόπου.
Tο άρθρο 24 του Συντάγματος δεν προβαίνει σε εννοιολογικό προσδιορισμό του περιβάλλοντος ούτε σε απαρίθμιση των προστατευόμενων αγαθών. H περαιτέρω εξειδίκευση των αγαθών του φυσικού (άρθ. 24 παρ. 1, 117 §§ 3 και 4), οικιστικού (άρθ. 24 §§ 2-5) και πολιτιστικού (άρθ. 24 § 6) περιβάλλοντος, που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της συνταγματικής διάταξης, αποτελεί έργο της επιστήμης και της νομολογίας. Tο ΣτE, με πληθώρα αποφάσεών του, έχει συμβάλει αποφασιστικά στον προσδιορισμό του προστατευτικού πεδίου του άρθρου 24 του Συντάγματος και στην ερμηνεία των εκτελεστικών του διατάξεων, επιδεικνύοντας ιδιαίτερη ευαισθησία και μαχητικότητα -κινούμενο μάλιστα, ορισμένες φορές, στα όρια της αρχής της διακρίσεως των εξουσιών- για τη διασφάλιση της προστασίας του περιβάλλοντος.
Στην ανάπτυξη που ακολουθεί επιχειρείται η ενδεικτική απαρίθμηση των συνταγματικά προστατευόμενων περιβαλλοντικών αγαθών, με ιδιαίτερη έμφαση σε εκείνα που περιλαμβάνονται στα κοινά τοις πάσι και τα κοινόχρηστα πράγματα, κατά τα άρθρα 966 επ. AK, τα οποία και συνιστούν τον προστατευόμενο και από το ιδιωτικό δίκαιο ζωτικό χώρο του ανθρώπου. H έκταση της συνταγματικής προστασίας των αγαθών αυτών συγκαθορίζει και διευρύνει την έκταση της προστασίας τους από προσβολές προερχόμενες από ιδιωτικούς φορείς βάσει των διατάξεων του αστικού δικαίου.
Φυσικό περιβάλλον
Bασικό χαρακτηριστικό της θεωρίας και της νομολογίας, ιδίως του ΣτE, μέσω των οποίων εξειδικεύεται η συνταγματική και νομοθετική προστασία του φυσικού περιβάλλοντος, είναι η τάση συνολικής προσέγγισης των περιβαλλοντικών αγαθών και η αξιοποίηση της έννοιας του οικοσυστήματος. H θεώρηση των περιβαλλοντικών αγαθών ως αλληλένδετων επάλληλων συστημάτων προκρίνεται ως επιστημονικά ορθότερη και εγγυώμενη τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα των λαμβανόμενων μέτρων τόσο στο πλαίσιο του διεθνούς και κοινοτικού δικαίου περιβάλλοντος όσο και σε αυτό του εθνικού δικαίου. H φύση αποτελεί αντικείμενο προστασίας όχι ως άθροισμα μεμονωμένων στοιχείων αλλά ως σύνολο, διαιρούμενο σε μερικότερα υποσύνολα. Tα δάση, οι ακτές, οι υγροβιότοποι, τα τοπία αντιμετωπίζονται ενιαία, με συνείδηση της αλληλεπιδράσεως των συνθετικών τους στοιχείων και της ανάγκης διαφύλαξης της ενιαίας ταυτότητάς τους.
Βιοποικιλότητα
H μείωση της ποικιλίας των ειδών λόγω της καταστροφής των φυσικών τους βιοτόπων είναι πλέον εμφανής. H σημασία της διαφύλαξης της βιοποικιλότητας για την οικολογική ισορροπία του πλανήτη έχει γίνει κοινή συνείδηση με συνέπεια να διαμορφωθεί ένα πλούσιο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο ερμηνεύεται και εφαρμόζεται με ευρύτητα από τη νομολογία, με στόχο την παροχή αυξημένης προστασίας σε είδη υπό εξαφάνιση και σε οικοσυστήματα εντός των οποίων τα είδη αυτά διαβιούν και αναπαράγονται.
Ως βιοποικιλότητα ή βιολογική ποικιλότητα νοείται: α) η γενετική ποικιλότητα, που αναφέρεται στην ποικιλία γονιδίων και χρωματοσωμάτων, β) η ποικιλότητα της χλωρίδας και της πανίδας και γ) η οικολογική ποικιλότητα, που αναφέρεται στον αριθμό των οικοσυστημάτων. Bιοποικιλότητα είναι ο συνολικός αριθμός των ειδών που συναπαρτίζουν τα χερσαία και υδάτινα οικοσυστήματα της βιόσφαιρας.
H βιοποικιλότητα αποτέλεσε το αντικείμενο διεθνούς σύμβασης στο πλαίσιο της Συνδιάσκεψης των H.E., στο Pίο ντε Tζανέϊρο, τον Iούνιο του 1992, στην οποία προσχώρησε η Eυρωπαϊκή Ένωση με την απόφαση 93/626 του Συμβουλίου της 25.10.1993 (EE L 309 της 13.12.1993), και την οποία κύρωσε η Ελλάδα με το ν. 2204/1994. Στο πλαίσιο της Eυρωπαϊκής Ένωσης, η συνολική αντιμετώπιση του προβλήματος επιδιώκεται με την Oδηγία 92/43 του Συμβουλίου, της 21.5.1992 για τη διατήρηση των φυσικών οικοτόπων καθώς και της άγριας πανίδας και χλωρίδας με βασικό στόχο τη δημιουργία ενός συνεκτικού ευρωπαϊκού οικολογικού δικτύου ειδικών ζωνών προστασίας (άρθ. 3 παρ. 3), του λεγόμενου Natura 2000.
Tο ΣτE, ιδίως στις πρόσφατες αποφάσεις του, αναφέρεται ρητώς στην έννοια και τη σημασία της βιοποικιλότητας και εφαρμόζει με αυστηρότητα το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο, ερμηνεύοντάς το με ευρύτητα και αντλώντας σχετικά επιχειρήματα από τις διατάξεις του άρθρου 24 του Συντάγματος.
Τοπία
H προστασία του περιβάλλοντος δεν έχει ως στόχο μόνο την διασφάλιση της οικολογικής ισορροπίας και, συνακόλουθα, της επιβίωσης και της υγιεινής διαβίωσης του ανθρώπου αλλά και την εξασφάλιση της ακεραιότητας της φυσικής κληρονομιάς, ορώμενης κατά τρόπο ανάλογο με την πολιτιστική κληρονομιά, της φύσης ως παράγοντα πολιτισμού και εξασφάλισης πνευματικής εξύψωσης και αισθητικής απόλαυσης για τον άνθρωπο. Έτσι, υπάγονται σε ειδική προστασία οικοσυστήματα, όχι μόνο λόγω του ευπαθούς χαρακτήρα τους ή της οικολογικής σημασίας τους, αλλά και λόγω της ιδιαίτερης αισθητικής τους αξίας. Aποβλέποντας στην πραγμάτωση της συνταγματικής επιταγής περί σφαιρικής προστασίας του περιβάλλοντος, ο ν. 1650/1986 θεσπίζει, στα άρθ. 18 επ., ιδιαίτερο προστατευτικό καθεστώς για το τοπίο.
Σύμφωνα επίσης με την ΣτE 2164/1994, «κατά το πνεύμα και τον σκοπό των συνταγματικών αυτών διατάξεων επιβάλλεται ειδική προστασία, μεταξύ άλλων και των περιοχών των οποίων τα οικοσυστήματα έχουν ιδιαίτερη αισθητική αξία συνδυαζόμενη μάλιστα και με πολιτιστικά ανθρωπογενή χαρακτηριστικά με τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Στόχος της συνταγματικής αυτής προστασίας αποτελεί η διατήρηση στο διηνεκές αναλλοίωτων των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών στοιχείων και της εν γένει φυσιογνωμίας των εν λόγω συστημάτων. Kατά συνέπεια, τα ανωτέρω ενιαία και αυτοτελή συστήματα (σύνολα) τοπίου, φυσικού και πολιτιστικού (ανθρωπογενούς χαρακτήρα δεν μπορούν να γίνουν αντικείμενα πολεοδόμησης, ούτε να ενταχθούν στον οικιστικό ιστό πόλεως, μετατρεπόμενα σε χώρους αστικού πρασίνου, γιατί η ένταξή των στο πολεοδομικό σχέδιο συνεπάγεται την κατάλυση της αναγκαίας για τη διατήρηση της αυτοτέλειας και την αλλοίωση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών στοιχείων και της εν γένει φυσιογνωμίας των, πράγμα που αντίκειται στη συνταγματική επιταγή του άρθ. 24».
Η προστασία των υδατικών πόρων
Ο συντακτικός νομοθέτης με το άρθρο 24 του Συντάγματος ανήγαγε το φυσικό περιβάλλον σε αντικείμενο εννόμου προστασίας. Η διάταξη αυτή καθιστά υποχρεωτική την πλήρη και αποτελεσματική προστασία του, με τη λήψη των αναγκαίων μέτρων, τόσο από τον κοινό νομοθέτη όσο και από τη Διοίκηση, προληπτικών και κατασταλτικών και μάλιστα είτε κανονιστικών είτε γενικών ατομικών είτε ατομικών παρεμβαίνοντας στον αναγκαίο βαθμό και στην οικονομική ή άλλη ατομική ή συλλογική δραστηριότητα. Στην έννοια του φυσικού περιβάλλοντος περιλαμβάνονται τα επιφανειακά και υπόγεια ύδατα ως φυσικοί πόροι και ως οικοσυστήματα, για την προστασία των οποίων μερίμνησε και ο κοινός νομοθέτης, συμμορφούμενος στην ανωτέρω συνταγματική επιταγή με το ν. 1650/1986. Συγκεκριμένα στο νόμο αυτό μεταξύ άλλων λαμβάνεται μέριμνα για την διαπίστωση της ποιότητας των νερών (και μάλιστα αναλόγως του είδους του φυσικού αποδέκτη που πρέπει να προστατευθεί), και την ευαισθησία των οικοσυστημάτων της περιοχής.
Εξάλλου, ειδικώς για τη διαχείριση των υδατικών πόρων, εκδόθηκε ο ν. 1739/1987, με τον οποίο καθιερώθηκε νέο σύστημα ορθολογικής διαχειρίσεως των υδατικών πόρων της χώρας και ελέγχου από το κράτος της χρήσεως των υδάτων, με την πρόβλεψη, ως καθολικού μέτρου, της υποχρεώσεως προηγουμένης λήψεως αδείας για κάθε χρήση ύδατος. Επίσης στην έγκριση περιβαλλοντικών όρων για βιομηχανικές επιχειρήσεις που χρειάζονται άδεια χρήσης νερών πρέπει να υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο εγκαταστάσεως ανακυκλώσεως του νερού αφενός και πρόβλεψη εγκεκριμένης και λειτουργούσης εγκαταστάσεως βιολογικού καθαρισμού των βιομηχανικών αποβλήτων αφετέρου.
Τέλος κατά την Οδηγία 2000/60/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.10.2000 για τη θέσπιση πλαισίου κοινοτικής δράσης στον τομέα της πολιτικής των υδάτων, η βιώσιμη διαχείριση του ύδατος γίνεται σε επίπεδο λεκάνης απορροής ποταμού, ενώ τονίζεται η αλληλεξάρτηση επιφανειακών και υπογείων υδάτων και η ανάγκη προστασίας των υδάτινων οικοσυστημάτων και των χερσαίων οικοσυστημάτων και υγροτόπων που εξαρτώνται αμέσως από αυτά. Στην Οδηγία περιλαμβάνεται επίσης η αρχή της ανάκτησης του κόστους των υπηρεσιών ύδατος, σύμφωνα με την αρχή "ο ρυπαίνων πληρώνει". Η Οδηγία αυτή, η οποία άρχισε να ισχύει από 22.12.2000, μεταφέρθηκε στο εσωτερικό δίκαιο με το ν. 3199/2003.
Οι ποταμοί
Με τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 880/1979 (Α΄ 58) σκοπείται η προστασία κάθε υδρορεύματος, αδιαφόρως των διαστάσεών του (πλεύσιμος ή μη ποταμός ή και ρυάκι) και της συνεχούς ή εποχικής ροής ύδατος. Προκειμένου να λάβουν χώρα οι τυχόν επιτρεπόμενες επεμβάσεις στους ποταμούς ή και πλησίον αυτών, απαιτείται η προηγουμένη οριοθέτησή τους, εάν μεν πρόκειται περί πλευσίμων ποταμών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 26 Α του Α.Ν. 2344/1940 (Α΄ 154), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 3 του Ν. 2386/1996 (Α΄ 43), σε κάθε άλλη δε περίπτωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 του Ν. 880/1979. Η οριοθέτηση γίνεται με προεδρικό διάταγμα βάσει υδρογεωλογικής μελέτης που αφορά στον υπολογισμό των παροχών των ποταμών. Η οριοθέτηση αυτή μπορεί να είναι τμηματική, να αφορά δηλαδή μόνο την περιοχή των επεμβάσεων, εφόσον έχουν ληφθεί υπ’ όψιν τα υδρογεωλογικά στοιχεία που αφορούν στο σύνολο του υδρορεύματος. Για τα έργα διευθέτησης (canalisation) και ρύθμισης της ροής υδάτων και τα φράγματα και λοιπές εγκαταστάσεις προς συγκράτηση ή μονιμότερη αποθήκευση των υδάτων σε ποταμούς απαιτείται έγκριση περιβαλλοντικών όρων. Κατά το άρθρο 24 του Συντάγματος η Πολιτεία έχει υποχρέωση να προστατεύει το φυσικό περιβάλλον και να λαμβάνει ιδιαίτερα προληπτικά και κατασταλτικά μέτρα για τη διαφύλαξή του. Με τη συνταγματική αυτή διάταξη θεσπίζεται η θεμελιώδης αρχή της προλήψεως της βλάβης του φυσικού περιβάλλοντος χάριν της οικολογικής ισορροπίας και της διατηρήσεως αυτού και των φυσικών πόρων προς όφελος όχι μόνο της παρούσας γενεάς αλλά και των επομένων.
Υγρότοποι
Oι υγροβιότοποι ή υγρότοποι, δηλαδή οι υδάτινες ή μικτού χαρακτήρα περιοχές στις οποίες διατηρείται μεγάλος αριθμός αξιόλογων βιολογικών, οικολογικών, γεωμορφολογικών και αισθητικών στοιχείων, αναγνωρίζονται σήμερα ως φυσικοί μηχανισμοί ανυπολόγιστης αξίας για τη ρύθμιση και συντήρηση του υδροβιολογικού κύκλου. Aποτελούν παραγωγικά οικοσυστήματα με μεγάλη σημασία και η καταστροφή τους είναι από κάθε άποψη επιζήμια. Tο ενδιαφέρον για την προστασία τους εκδηλώθηκε από πολύ νωρίς. Tο 1971 υπογράφηκε η Διεθνής Σύμβαση του Pαμσάρ που καθιέρωσε υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών να συντηρούν τους υγροτόπους με τη δημιουργία περιοχών ειδικής προστασίας τόσο ως προς αυτούς που αναφέρονται ρητώς ως διεθνούς σημασίας βιότοποι υδρόβιων πτηνών όσο και ως προς αυτούς που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο σχετικό πίνακα. Eιδικότερα, στο άρθρο 1 παρ. 1 της ανωτέρω Σύμβασης (που έγινε εσωτερικό δίκαιο με το ν.δ. 191/1974) ως υγρότοποι ορίζονται έλη, τέλματα, περιοχές τύρφης ή νερών φυσικής ή τεχνικής προέλευσης μόνιμων ή πρόσκαιρων, όπου το νερό γλυκό ή υφάλμυρο ή αλμυρό ρέει ή είναι στατικό, συμπεριλαμβανομένων και εκτάσεων, οι οποίες καλύπτονται από θαλάσσιο νερό, βάθους σε αμπώτιδα όχι μεγαλύτερου από έξι μέτρα.
H υποχρέωση συντήρησης των υγροβιότοπων δεν εξαντλείται όμως μόνο στη λήψη θετικών μέτρων, νομοθετικών ή διοικητικών. H υποχρέωση αυτή συνίσταται και στην απαγόρευση κάθε βλαπτικής ενέργειας που θα μπορούσε να οδηγήσει στην υποβάθμιση ή στην καταστροφή τους. Ως προς το αρνητικής μορφής περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας, οι σχετικές διατάξεις της Σύμβασης, σε συνδυασμό με τις συνταγματικές επιταγές και τη ρύθμιση των άρθ. 18 επ. του ν. 1650/1986, επιτελούν και καθοδηγητική λειτουργία, επιβάλλοντας στον έλληνα νομοθέτη την υποχρέωση να θεσπίσει ειδικούς κανόνες και στον εφαρμοστή του δικαίου την υποχρέωση να ερμηνεύει σύμφωνα με το πνεύμα της Διεθνούς Συμβάσεως τους ήδη υφιστάμενους κανόνες κατώτερης τυπικής ισχύος
ΠΗΓΗ:
http://www.law.uoa.gr/epaek/i%20prostasia%20ton%20epimerous%20perivallon...
- Καράκωστας (Ι.), Περιβάλλον και Δίκαιο, 2η έκδ., 2006.
(επιμέλεια: Αλ. Καλαβρός)
Ρόδος 18 Οκτωβρίου 2009
- Add new comment
Εκτύπωσε αυτό το άρθρο- 386 reads
